1 option
Synoptic Concordance : A Greek Concordance to the First Three Gospels in Synoptic Arrangement, statistically evaluated, including occurences in Acts / Griechische Konkordanz zu den ersten drei Evangelien in synoptischer Darstellung .... Vol 3, K[appa]-O[mikron].
- Format:
- Book
- Author/Creator:
- Hoffmann, Paul, Author.
- Series:
- Synoptic Concordance ; Vol 3
- Language:
- English
- Subjects (All):
- Bible. Gospels--Concordances, Greek.
- Bible.
- Synoptic problem.
- Physical Description:
- 1 online resource (1490 p.)
- Place of Publication:
- Berlin ; Boston : De Gruyter, [2015]
- Language Note:
- English
- Summary:
- No detailed description available for "K[appa]-O[mikron]".
- Contents:
- K[appa]-O[mikron]
- Introduction / Einleitung
- Κ
- κἀγώ
- καθά
- καθαιρέω
- καθαρίζω
- καθαρισμός
- καθαρός
- καθέδρα
- καθέζομαι
- καθεξῆς
- καθεύδω
- καθηγητής
- κάθημαι
- καθίζω
- καθίημι
- καθίστημι, καθιστάνω
- καθοπλίζω
- καθότι
- καθώς
- καί
- Καϊάφας
- Καϊνάμ
- καινός
- καιρός
- Καῖσαρ
- Καισάρεια
- καίω
- κἀκεῖ
- κἀκεῖθεν
- κἀκεῖνος
- κακία
- κακολογέω
- κακοποιέω
- κακός
- κακοῦργος
- κακώς
- κάλαμος
- καλέω
- καλός
- καλύπτω
- καλῶς
- κάμηλος
- κάμινος
- καμμύω
- κἄν
- Καναναῖος
- καρδία
- καρπός
- καρποφορέω
- κάρφος
- κατά
- καταβαίνω
- καταβαρύνω
- κατάβασις
- καταβολή
- καταγελάω
- κατάγνυμι
- κατάγω
- καταδέω
- καταδικάζω
- καταδιώκω
- καταθεματίζω
- καταισχύνω
- κατακαίω
- κατάκειμαι
- κατακλάω
- κατακλείω
- κατακλίνω
- κατακλυσμός
- κατακολουθέω
- κατακόπτω
- κατακρημνίζω
- κατακρίνω
- κατακυριεύω
- καταλαμβάνω
- καταλείπω
- καταλιθάζω
- κατάλυμα
- καταλύω
- καταμανθάνω
- καταμαρτυρέω
- κατανεύω
- κατανοέω
- καταξιόω
- καταπατέω
- καταπέτασμα
- καταπίνω
- καταπίπτω
- καταπλέω
- καταποντίζομαι
- καταράομαι
- καταργέω
- καταρτίζω
- κατασκευάζω
- κατασκηνόω
- κατασκήνωσις
- καταστρέφω
- κατασύρω
- κατασφάζω, κατασφάττω
- καταφιλέω
- καταφρονέω
- καταχέω
- καταψύχω
- κατέναντι
- κατεξουσιάζω
- κατέρχομαι
- κατεσθίω, κατέσθω
- κατευθύνω
- κατευλογέω
- κατέχω
- κατηγορέω
- κατηχέω
- κατισχύω
- κατοικέω
- κατοίκησις
- κάτω
- κατωτέρω
- καυματίζω
- καύσων
- Καφαρναούμ
- κεῖμαι
- κελεύω
- κενός
- κεντυρίων
- κεραία
- κεραμεύς
- κεράμιον
- κέραμος
- κέρας
- κεράτιον
- κερδαίνω
- κεφαλή
- κεφαλιόω
- κῆνσος
- κῆπος
- κήρυγμα
- κηρύσσω
- κῆτος
- κιβωτός
- κινδυνεύω
- κινέω
- κϊχρημι
- κλάδος
- κλαίω
- κλάσις
- κλάσμα
- κλαυθμός
- κλάω
- κλείς
- κλείω
- Κλεοπᾶς
- κλέπτης
- κλέπτω
- κληρονομέω
- κληρονομία
- κληρονόμος
- κλῆρος
- κλητός
- κλίβανος
- κλίνη
- κλινίδιον
- κλίνω
- κλισία
- κλοπή
- κλύδων
- κοδράντης
- κοιλία
- κοιμάομαι
- κοινός
- κοινόω
- κοινωνός
- κοιτή
- κόκκινος
- κόκκος
- κόλασις
- κολαφίζω
- κολλάω
- κολλυβιστής
- κολοβόω
- κόλπος
- κομίζω
- κονιάω
- κονιορτός
- κοπάζω
- κοπιάω
- κόπος
- κοπρία
- κόπριον
- κόπτω
- κόραξ
- κοράσιον
- κορβᾶν
- κορβανᾶς
- κόρος
- κοσμέω
- κόσμος
- κουμ
- κουστωδία
- κόφινος
- κράβαττος
- κράζω
- κραιπάλη
- Κρανίον
- κράσπεδον
- κραταιόω
- κρατέω
- κράτιστος
- κράτος
- κραυγάζω
- κραυγή
- κρεμάννυμι
- κρημνάς
- κρίμα
- κρίνον
- κρίνω
- κρίσις
- κριτής
- κρούω
- κρύπτη
- κρυπτός
- κρύπτω,κρύβω
- κρυφαῖος
- κτάομαι
- κτῆμα
- κτῆνος
- κτίζω
- κτίσις
- κυκλόω
- κύκλῳ
- κυλίω
- κυλλός
- κῦμα
- κύμινον
- κυνάριον
- κύπτω
- Κυρηναῖος
- Κυρήνιος
- κυριεύω
- κύριος
- κύων
- κωλύω
- κώμη
- κωμόπολις
- κώνωψ
- Κωσάμ
- κωφός
- Λ
- λαγχάνω
- Λάζαρος
- λάθρᾳ
- λαῖλαψ
- λαλέω
- λαλιά
- λαμβάνω
- Λάμεχ
- λαμπάς
- λαμπρός
- λαμπρῶς
- λάμπω
- λανθάνω
- λαξευτός
- λαός
- λατομέω
- λατρεύω
- λάχανον
- λεγιών
- λέγω
- λέγω, εἶπον, ἐρῶ
- εἶπον
- ἐρῶ
- λεῖος
- λείπω
- λειτουργία
- λεμα
- λέπρα
- λεπρός
- λεπτόν
- Λευί (ς)
- Λευίτης
- λευκαίνω
- λευκός
- ληνός
- λῆρος
- λῃστής
- λίαν
- λίβανος
- λιθοβολέω
- λίθος
- λικμάω
- λίμνη
- λιμός, ὁ, ἡ
- λίνον
- λογίζομαι
- λόγος
- λοιμός
- λοιπός
- λύκος
- λυπέω
- λύπη
- Λυσανίας
- λυσιτελέω
- λύτρον
- λυτρόομαι
- λύτρωσις
- λυχνία
- λύχνος
- λύω
- Λώτ
- Μ
- Μάαθ
- Μαγαδάν
- Μαγδαληνή
- μάγος
- μαθητεύω
- μαθητής
- Μαθθαῖος
- Μαθθάτ
- Μαθουσαλά
- μακαρίζω
- μακάριος
- μακράν
- μακρόθεν
- μακροθυμέω
- μακρός
- μαλακία
- μαλακός
- Μαλελεήλ
- μᾶλλον
- μαμωνᾶς
- Μανασσῆς
- μανθάνω
- μαργαρίτης
- Μάρθα
- Μαρία, Μαριάμ
- μαρτυρέω
- μαρτυρία
- μαρτύριον
- μάρτυς
- μαστιγόω
- μάστιξ
- μαστός
- μάτην
- Ματθάν
- Ματταθά
- Ματταθίας
- μάχαιρα
- μεγαλειότης
- μεγαλύνω
- μέγας
- μεγιστάν
- μεθερμηνεύω
- μέθη
- μεθίστημι
- μεθύσκομαι
- μεθύω
- μεῖζον
- μείζων
- μέλας
- Μελεά
- μέλει
- μέλι
- μέλλω
- μέλος
- Μελχί
- μέν
- Μεννά
- μενοῦν
- μένω
- μερίζω
- μέριμνα
- μεριμνάω
- μερίς
- μεριστής
- μέρος
- μέσον
- μεσονύκτιον
- μέσος
- μεστός
- μετά
- μεταβαίνω
- μεταδίδωμι
- μεταίρω
- μεταμέλομαι
- μεταμορφόομαι
- μετανοέω
- μετάνοια
- μεταζύ
- μετεωρίζομαι
- μετοικεσία
- μέτοχος
- μετρέω
- μέτρον
- μέχρι, μέχρις
- μή
- μηδέ
- μηδείς
- μηκέτι
- μηκύνω
- μήν
- μηνύω
- μήποτε
- μήτε
- μήτηρ
- μήτι
- μήτρα
- μείγνυμι, μειγνύω
- μικρός
- μίλιον
- μιμνῄσκομαι
- μισέω
- μίσθιος
- μισθόομοα
- μισθός
- μισθωτός
- μνᾶ
- μνῆμα
- μνημεῖον
- μνημονεύω
- μνημόσυνον
- μνηστεύομαι
- μογιλάλος
- μόγις
- μόδιος
- μοιχαλίς
- μοιχάομαι
- μοιχεία
- μοιχεύω
- μοιχός
- μονογενής
- μόνον
- μόνος
- μονόφθαλμος
- μόσχος
- μυλικός
- μύλος
- μυριάς
- μυρίζω
- μύριοι
- μύρον
- μυστήριον
- μωραίνω
- μωρός
- Μωϋσῆς
- Ν
- Ναασσών
- Ναγγαί
- Ναζαρά, Ναζαρέθ, Ναζαρέτ
- Ναζαρηνός
- Ναζωραῖος
- Ναθάμ
- ναί
- Ναιμάν
- Ναΐν
- ναός
- Ναούμ
- νάρδος
- Ναχώρ
- νεανίσκος
- νεκρός
- νέος
- νεότης
- νεφέλη
- Νεφθαλίμ
- νήθω
- νήπιος
- Νηρί
- νηστεία
- νηστεύω
- νῆστις
- νικάω
- νῖκος
- Νινευίτης
- νίπτω
- νοέω
- νομίζω
- νομικός
- νόμισμα
- νομοδιδάσκαλος
- νόμος
- νόσος
- νοσσιά
- νοσσίον
- νοσσός
- νότος
- νουνεχῶς
- νοῦς
- νύμφη
- νυμφίος
- νυμφών
- νῦν
- νύξ
- νυστάζω
- Νῶε
- ξ
- ξένος
- ξέστης
- ξηραίνω
- ξηρός
- ξύλον
- Ο
- ὁ
- ὀγδοήκοντα
- ὄγδοος
- ὅδε
- ὁδεύω
- ὁδηγέω
- ὁδηγός
- ὁδός
- ὀδούς
- ὀδυνάομαι
- ὀδυρμός
- Ὀζίας
- ὅθεν
- ὀθόνιον
- οἶδα
- οἰκετεία
- οἰκέτης
- οἰκία
- οἰκιακός
- οἰκοδεσπότης
- οἰκοδομέω
- οἰκοδομή
- οἰκονομέω
- οἰκονομία
- οἰκονόμος
- οἶκος
- οἰκουμένη
- οἰκτίρμων
- οἰνοπότης
- οἶνος
- οἷος
- ὀκνηρός
- ὀκτώ
- ὀλιγοπιστία
- ὀλιγόπιστος
- ὀλίγος
- ὁλοκαύτωμα
- ὅλος
- ὅλως
- ὄμβρος
- ὁμιλέω
- ὄμμα
- ὀμνύω,ὄμνυμι
- ὅμοιος
- ὁμοιόω
- ὁμοίως
- ὀμολογέω
- ὄναρ
- ὀνειδίζω
- ὄνειδος
- ὀνικός
- ὄνομα
- ὀνομάζω
- ὄνος
- ὄντως
- ὄξος
- ὄπισθεν
- ὀπίσω
- ὅπου
- ὀπτασία
- ὀπτός
- ὅπως
- ὅραμα
- ὁράω
- εἶδον
- ὄψομαι
- ὀργή
- ὀργίζομαι
- ὀρεινός
- ὀρθρίζω
- ὀρθρινός
- ὄρθρος
- ὀρθῶς
- ὅρια
- ὁρίζω
- ὁρκίζω
- ὅρκος
- ὁρμάω
- ὄρνις
- ὄρος
- ὀρύσσω
- ὀρχέομαι
- ὅς
- ὅσιότης
- ὅσος
- ὀστέον, ὀστοῦν
- ὅστις
- ὀσφύς
- ὅταν
- ὅτε
- ὅτι
- ὅτου
- οὗ
- οὔ
- οὐ,οὐκ, οὐχ
- οὐά
- οὐαί
- οὐδαμῶς
- οὐδέ
- οὐδείς
- οὐδέποτε
- οὐθείς
- οὐκέτι
- οὖν
- οὔπω
- οὐράνιος
- οὐρανός
- Οὐρίας
- οὖς
- οὐσία
- οὔτε
- οὗτος
- οὕτω,οὕτως
- οὐχί
- ὀφειλέτης
- ὀφειλή
- ὀφείλημα
- ὀφείλω
- ὀφθαλμός
- ὄφις
- ὀφρῦς
- ὄχλος
- ὀψέ
- ὄψιος
- ὀψώνιον
- Notes:
- Description based upon print version of record.
- Description based on online resource; title from PDF title page (publisher's Web site, viewed 23. Jun 2020)
- ISBN:
- 9783110804898
- 3110804891
- OCLC:
- 979761291
The Penn Libraries is committed to describing library materials using current, accurate, and responsible language. If you discover outdated or inaccurate language, please fill out this feedback form to report it and suggest alternative language.